Κι Όνειρα Βυζιά…

–«Μωρό μου…..! Μου πιάνεις την πετσέτα…?»
–«Χμ….αγάπη μου….να σου πιάσω τον κώλο καλύτερα…?»
–«Αχ…πονηρούλη…. Χουφταλάκα…. Ναι πιάστον μου…!!!»
–«500 Ευρώ!!!»
–«Μα…τι κάνεις εκεί…?»
–«Σου πιάνω τον Κώλο! 500 ευρώ για ένα χούφτωμα είναι σκέτη Κλεψιά!!!»
–«Α, ναι…?ΔΕΝ αξίζει 500 ευρώ ο κώλος μου δηλαδή…?»
–«Θα διερευνούσα διεξοδικά το θέμα και πιθανώς να εκτιμούσα την εν γένει Αξία του αναλαμβάνοντας Δράση, αλλά δυστυχώς έχω μια Κρίση….»
–«Τι Κρίση και δεν μπορείς να αναλάβεις Δράση…?
–«Κρίση Action…»
–«Καλά…. ή δώσε μου την πετσέτα, ή πιάσε μου τον κώλο…. Διάλεξε!!!»
–«Να….Πάρε μου μια πίπα……»
–«ΠΑΡΔΟΝ…???!!!»
–«Πρότεινα μια Τρίτη Λύση για να μην εγκλωβιστείς στο δίλημμα….»
–«Μα…είσαι Ηλίθιος? Έχω ξεπαγιάσει!!!»
–«Να…πάρε μου μια πίπα εδώ στη Σόμπα….»
–«Μωρό μου, με έχεις Εκνευρίσει!!!!»
–«Να…πάρε μου μια πίπα εδώ στη Σόμπα, τώρα που τον έχω πασπαλίσει με Lexotanil…..»
–«Φέρε ρε Γελοίε την Πετσέτα και άσε τα Αστεία!!!»
–« Να…πάρε μου μια πίπα εδώ στη Σόμπα, τώρα που τον έχω πασπαλίσει με Lexotanil και ήταν ένας Ιταλός, ένας Γερμανός κι ένας Πόντιος…..»
–«Μα…είσαι Ελεεινός!!!»
–« Να…πάρε μου μια πίπα εδώ στη Σόμπα, τώρα που τον έχω πασπαλίσει με Lexotanil και ήταν ένας Ιταλός, ένας Γερμανός κι ένας Πόντιος και γυρνάει ο Γερμανός και –ΠΑΠ!!!-του τον βάζει στον πωπό…!!!»
–«Μα…δεν πάει….»
–«Ναι , αλλά με την Τρίχα που έχει στον πωπό ο Πόντιος, είναι Ελεεινό…!!!»
–«Ε, είσαι Τραγικός….»
–«Ναι….έχω λίγο από το Μεγαλείο του Ευριπίδη….. Άμα μου πάρεις μια πίπα θα δεις κι έναν ομοιοκαταληκτικό Γείτονα κοντά….»
–«Ε, δεν σε αντέχω πια… είσαι τρισάθλιος και δεν πρόκειται να με βοηθήσεις κι έπρεπε να το είχα μυριστεί από την Αρχή….»
–«Μα…στην Αρχή δεν είχα κλάσει…πριν από λίγο την αμόλησα!!!»
–«Ρε ΣΙΧΑΜΑ!!!!»
–«Ναι… εδώ ο Γερμανός πηδάει τον Πόντιο που έχει έναν κώλο σαν Τραγίσια Βελέντζα κι εγώ είμαι το Σίχαμα????»
–«Μα… Επιτέλους!!! Κοντεύω να πάθω Πνευμονία κι εσύ το μόνο που σκέφτεσαι είναι Μια Πίπα???!!!»
–«Οχι πια…. Η αμετροεπής συζήτησις μας, σε συνδυασμό με τα πολυπλουραλίστικά μας επιχειρήματα και τον ρέοντα εκφερόμενο Λόγο μας, με έκαναν να μην σκέφτομαι πλέον μία πίπα….»
–«Ουφ…Επιτέλους….»
–«Τώρα σκέφτομαι Δύο……»

Σεντόνια Λευκά οι Ημέρες, απλωμένα στις ταράτσες μπας και βρωμίσουν από τον αέρα και μπορέσουμε να τις βάλουμε με τα υπόλοιπα Βρώμικα στο συρτάρι τους. Τινάζονται και κουνιούνται από τον αέρα που φυσάνε Μαύρες Ανάσες, μα κάπως πρέπει να στεγνώσουν, κάπως πρέπει να μείνουν μόνο τα Όνειρα Υγρά. Εκεί που μπορείς να είσαι Κάποιος, όχι επειδή το Θές, μα επειδή απλά Κοιμάσαι. Δίπλα τους, λέξεις Χιλιοειπωμένες, απλωμένες κι αυτές που έχουν ξεζουμιστεί, μην τύχει και στάξουν τίποτα και λερώσουν. Ένα τετράγωνο πακέτο τσιγάρα, με τους 20 Βραχύβιους Μπράβους του, μπας και διώξουν Άγχος και Μοναξιά και Συνήθεια και Βαρεμάρα, μα δεν προλαβαίνουν κι αυτοί… Στάχτη γίνονται κι εκείνες οι Μαύρες Ανάσες έχουν δύναμη και τις πετάνε μακριά. Τα Ασπρόρουχα της Μέρας, η μέρα η ίδια, δεν τα μαζεύει τελικά κανείς. Κι όλοι βαδίζουν στο δρόμο και υπόσχονται πως «σήμερα δεν θα λερωθώ, δεν θα χρειαστεί να πλύνω». Μα θέλει Κουράγιο για να έχεις βρώμικα χέρια και δεν είναι καν της μόδας.
Σαν τα σκουπίδια κάτω από το χαλάκι, ό,τι έχει χρώμα διαφορετικό μπαίνει από κάτω, ας είναι εκεί, μονάχα να μην φαίνεται. Άμα φαίνεσαι καθαρός, δεν είσαι ποτέ βρώμικος. Τα καλοξυσμένα μολύβια το τρυπάνε το χαρτί, το βιάζουν και το χαρακώνουν, δεν μπορούν Ποτέ να γράψουν. Οι καλοντυμένοι ρολίστες και οι καλοβαμμένες πρωταγωνίστριες των ίδιων τους των έργων, δεν είναι για να τους βλέπεις χωρίς να τους λυπάσαι. Έχασαν το κείμενο, αλλά φόρεσαν ολόκληρο το Βεστιάριο μπας και μείνει κανείς από κάτω να τους χειροκροτήσει. Κάθε μέρα η ίδια παράσταση. Κάθε μέρα η ίδια απλωμένη Μπουγάδα.

Τα Ευκοιλίως εννοούμενα, πασαλείφονται. Οι Φέτες των καλοριφέρ δεν θα μάθουν ποτέ τι είναι Αρμεγμένο Βυζί σαν τις συναδέλφισσές τους Φέτες Τυρνάβου. Οι Μουρούνες παραιτούνται από τη Ζωή, γιατί εκείνη τους έχει βγάλει το Λάδι και το πουλάει σε μπουκαλάκια. Φανατικοί Γλωσσουπερασπιστές εγκαταλείπουν το «Πουλόβερ» και ονομάζουν –αυτομεταφραζόμενα- το Ρούχο «ΤραβωΕπάνω»!

–«Φόρεσες το ΤραβωΕπάνω σου , γιόκα μου?»
–«Μισό λεπτό ρε μάνα… ΤραβωΤοΚάτω μου!!!»
–«Ψύχρα γιέ μου…?
–«Μαλάκας μάνα……»

Πέρασε και η ώρα και δυο Δείκτες σου λένε να πας για ύπνο αντί να σου δείχνουν Δρόμους.
Πέρασε και η ώρα κι ένα ταβάνι από πάνω να σε κρύβει μην βλέπεις ουρανό και τύχει να σου αρέσει.
Α… Σβήσε και το φώς. Καίει ρεύμα και μετά καις την ζωή σου για να πληρώσεις το Λογαριασμό.

Καληνύχτα Μικρέ Μαλάκα.
Κι Όνειρα Γλυκά και Απονείρευτα…(Όχι αυτά τα Χωρίς Πονηριά…άμα την διαβάσεις καλά την Ευχή, λέει Χωρίς Όνειρα).

Καληνύχτα κι όνειρα Βυζιά.