fbpx

4 δρόμοι μετά

Ένας Διάολος Κουτσός, αργοσέρνει το ανάπηρο Βήμα του, σε τραβάει από το χέρι που του ‘δωσες για να συστηθείς και στο φυλάκισε με μια σκουριασμένη χειροπέδα απ’ τη Σιωπή του.Δεν ακούει, δε μπορεί να Ακούσει, είναι τα αυτιά του γεμάτα από τις λέξεις τις Φωναχτές που σε φοβήθηκαν για να μην τις φοβηθείς εσύ πρώτος. Δε μιλάει, δε μπορεί να μιλήσει, γιατί ξεχειλίζει το στόμα του από Σκοτάδια ζωγραφισμένα σε ένα χαρτί που ήταν Λευκό όταν το υπέγραψες μα τώρα δεν έχει καν Ανάσα για να γίνει κάποτε Ανάμνηση. Δεν αλλάζει κατεύθυνση, δε θέλει να αλλάξει, μην τυχόν τον βγάλεις από τις σκιές και χάσει στο Παιχνίδι που Δεν συμφώνησες ποτέ. Μονάχα το γέλιο του ακούς, έναν ήχο ξερό που είναι Όνομα και Φόβος και Λάθος ταυτόχρονα, σαστισμένος κι ο ίδιος στην έπαρση της νίκης του, που του ήρθε απλά και απότομα επειδή σε Συνάντησε.

Ένας Διάολος Κουτσός, που περπατά πιο γρήγορα απ’ όσο μπορείς εσύ να αντιληφθείς την κατεύθυνση. Θεριεμένος που τον είπαν Άσχημο, τσαντισμένος που το ξέρει, αλύπητος στα είδωλα των ματιών που δεν τον καθρέπτισαν, κρυφοκοιτά μεσα στο τρύπιο πανωφόρι του κάθε λίγο. Ανάμεσα από ύφασμα Πικρό και κλωστές που κάποτε Κρατούσαν, ένα απομεινάρι πούπουλο από τα φτερά του τα παλιά του κόβει την ανάσα. Του σταματάει τα βήματα. Του φρενάρει το γέλιο. Μια στιγμή μονάχα, η χειροπέδα δεν είναι πια στο χέρι του αλλά στο λαιμό του, μια στιγμή μονάχα και είναι οι Αναμνήσεις Τώρα, μια στιγμή μονάχα και είναι Όμορφος με τα μάτια του κλειστά. Μια στιγμή μονάχα, μια Ανάσα, μια Σκέψη και η γκριμάτσα στο πρόσωπό του δεν είναι πια πόνος αλλά Γέλιο. Είναι Γέλιο οι λέξεις του, δεν έχει πια κουτσό το πόδι του, μονάχα είναι το πλακόστρωτο απο κάτω του ανισόπεδο για να αναγκάσει τα πόδια του να Χορέψουν.

Και είναι Πρωινό αυτή η Στιγμή, είναι πρωινό ο ίδιος, αλλάφιασμένος ψάχνει ν’ ακούσει τη λέξη τη Μαγική που του ‘κανε Δώρο τη Φορεσιά του την Κανονική. Το απομεινάρι του που ξανανάσανε ζωντανό, ξαποσταίνοντας πάνω σε χέρια που δεν φοβήθηκαν να το ακουμπήσουν. Κι εκεί δίπλα του, δυό καθρέπτες παραμυθένιοι να του Μιλάνε, μια καμπύλη Χαρωπή να καβαλάει χείλη ελεύθερα και να του λέει “Μια Φορά κι Έναν Καιρό και Τώρα”. Είναι Εκείνη τη μικρή Στιγμή που το μικρό του Απομεινάρι, η φτερούγα που είχε για Μυστικό, ο Κόσμος όλος γίνεται παραμύθι. Τέσσερις δρόμους μετά, ντύθηκαν οι Χαλκάδες κόσμημα. Τέσσερις δρόμους μετά κι ο Διάολος ο Κουτσός παιδιαρίζει χαμηλόφωνα για να μη χάσει λέξη από την ιστορία. Τέσσερις δρόμους μετά, πάνε τα βήματά σου με τα δικά του μαζί, χορός και τρεχάλα ταυτόχρονα. να προλάβουν να καθρεπτιστούν περήφανα που δεν υπάρχουν φτιασίδια για να τα έχουν ανάγκη.

Μια Φορά κι Έναν Καιρό κι Ένα Πρωινό και Τώρα, σαν Παραμύθι που στο χάρισαν για να μπορείς να παίζεις Κρυφτό από τον Ύπνο, μια βόλτα σε κόσμους ολόκληρους κλεισμένους πίσω από μια λέξη που φόρεσε ένα όνομα και κατάφερες να την μάθεις για να βρίσκεις κάθε φορά καινούριο τρόπο να την προφέρεις. Μια Φορά κι Έναν Καιρό κι Ένα Πρωινό και Τώρα, τέσσερα στενά πιο κάτω απ’ όσο πήγες ποτέ, ένα Πρωινό, ένα Κάθε πρωινό που ντύνεται με τα Καλά του γιατί δεν υπάρχει άλλη φορεσιά να του Ταιριάζει.