Του νεκρού αδερφού – πείτε του χαιρετίσματα

–«Έλα Αρετή, κόρη μου, να σε λούσω!!!»

–«Δεν θέλω…..»

–«Μα, έχεις ψείρες!!!»

–«Κι εσύ έχεις ψείρες, ρε μάνα, αλλά δεν σε βλέπω να λούζεσαι…..»

–«Λούζομαι κόρη μου….Απλά, να…. πριν από 35 χρόνια φόρεσα τα καινούρια μου μαλλιά και δεν θελω να τα χαλάσω!!!»

Στάθηκ’ η πιτσιρίκα μπροστά απ’ την μπανιέρα, έσκυψε, έβρεξε τα μακριά της μαλλιά, έβαλαν οι ψείρες τους αναπνευστήρες τους για ν’ αντέξουν την επίθεση του Κλινέξ-Μοσχοσάπουνου, όλοι μες στην αισθητική και το εξτένσιον ήτανε….Η μικρούλα τίναξε τα μαλλιά της πίσω, έφυγ’ η πιτυρίδα και έκανε τη μάνα της σαν καραφλό κουραμπιέ, αλλά δεν μάσησε:

–«Μάνα….»

–«Ναι κόρη μου….»

–«Είμαι βαμπίρ;»

–«Με τις ερωτήσεις που μου κάνεις, όχι…..δεν είσαι βαμπίρ, κόρη μου….»

–«Τι είμαι, ρε μάνα;»

–«Βλαμμένο!!!!»

–«Μα, ρε μάνα, άμα δεν είμαι βαμπίρ, γιατί δεν βγαίνω έξω την ημέρα, να με δει ο ήλιος;»

–«Για να μη χαλάσεις…..»

–«Και μετά λες εμένα βλαμμένο….. Τι είμαι για να με χαλάσει ο ήλιος; Φίλμ;»

–«Όχι κόρη μου μονάκριβη και πολυαγαπημένη….Δε σε βγάζω στον ήλιο για να παραμείνεις Παρθένα!!!»

–«¨Εστω….αλλά η φίλη μου η Βαγγελιώ που κι αυτή δεν βγαίνει στον ήλιο, κάνει σολάριουμ! Θέλω κι εγώ σολάριουμ!!!»

–«Εσένα….μετά από 12 χρόνια στέρησης που σ’ έχω κλεισμένη εδώ μέσα….άμα σε ξαμολήσω ημέρα….δεν θα κάνεις σολάιουμ….ψωλάριουμ θα κάνεις!!!!!»

–«Α, ναι…; Και μαυρίζεις έτσι;»

–«Αναλόγως….άμα ξεβάφει ο πρωταγωνιστής…..»

Κι έτσι, συνεχιζόταν η Μεσαιωνική νύχτα, με το φεγγάρι να κάνει τη βόλτα του στον ουρανό, τους Σταυροφόρους να σφάζουν με την αγάπη του Θεού τους Άραβες, την Ιερά Εξέταση να κοιμάται ήσυχη που ξεκοιλιάζοντας τους πιστούς, τους άνοιγε διάπλατα-μαζί με τα σωθικά- την Πύλη του Παραδείσου και άλλα τέτοια όμορφα.

 

Ξημέρωσε κάποτε η μέρα, φύσηξε ο πρωινός αέρας τα στάχυα, γαργαλήθηκαν εκείνα, «χα χα χα….τι γαργαλάς ρε πορδή του λιβαδιού», χαριεντίστηκαν εκείνα, «δε φταίω εγώ ρε στάχυα, να λέτε στις αγελάδες όταν σας τρώνε να μη σας κάνουν σβουνιές και σας παίρνω παραμάζωμα111», απολογήθηκε ο air, όλοι μες την πρωινή ευχάριστη διάθεση ήταν….Στο σπίτι της Αρετής, η μητέρα της έπαιρνε το πρωινό της μαζί με τα 9 της αδέρφια:

 

–«Μάνα, πιάνεις το βούτυρο;»

–«Δεν έχει άλλο παιδί μου, το έφαγα….»

–«Μάνα, πιάνεις τις φρυγανιές;»

–«Δεν έχει άλλες παιδί μου, τις έφαγα…..»

–«Μάνα, πιάνεις χώρο!!!!!!!»

Πάνω που ήταν έτοιμη να τον πεί «ανεπρόκοπο» και «χαρτζηλικοφάγο», ακούστηκε ένα «τοκ-τοκ» στην πόρτα. Σηκώθηκε η mother, έστρεωε το πόμολο κι έπαθε την πλάκα της μ’ αυτό που αντίκρυσε…. Έστεκε μπροστά της ένας παράξενος μουσάτος, με χρυσοποίκιλτες χλαμύδες και κάτι μακριά παρδαλά ριχτάρια, σαν πορτατίφ με φαβορίτες ήταν…! Η μητ’ερα της Αρετής, ξεπέρασε το αρχικό της σόκ:

–«Παρακαλώ;»

–«Γειά σας! Είμαι από τη Βαβυλώνα!»

–«Μα….φοράτε φούστα!»

–«Έτσι είναι το έθιμο στη Βαβυλώνα….»

–«Είσθε πούστηδες στη Βαβυλώνα;»

–«Ε…..μας συμβαίνει κι αυτό καμιά φορά στη Βαβυλώνα…. Πάντως, εγώ είμαι straight έστω κι αν είμαι απ’ την Βαβυλώνα…!»

Από μέσα, ένας από τους αγουροξυπνημένους γιούς απόρησε:

–«Ποιος είναι, ρε μάνα;»

–«Ένας που μοιάζει με χελώνα και είναι κι απ’ την Βαβυλώνα…..»

–«Και τι θέλει;»

Η μητέρα, είχε ξεχάσει να το ρωτήσει αυτό:

–«Τι θέλετε, ψιλολούγκρα από την Βαβυλώνα;»

–«Τη δική σας την Κοκώνα!!!»

–«Παρδόν….;»

–«Την Αρετή!! Είμαι προξενητής!»

–«Περάστε τότε….»

Κάθισαν όλοι γύρω απ’ το τραπέζι με το πρωινό, οι 9 γιοί με τα στομάχια τους να γουργουρίζουν απ’ την πείνα, η μητέρα με το στομάχι της να διαμαρτύρεται για τα 3 κιλά αμάσητο βούτηρο που είχε καταβροχθίσει και ο προξενητής να έχει ενοχλήσεις κοντά στο στομάχι του απ’ τις κόπιτσες του κορσέ…. Πρώτος έσπασε τη σιωπή ο Κωσταντής, ο μεγαλύτερος αδερφός:

–«Γειά σου ξένε! Τι θες στο σπιτικό μας;»

–«Τη μικρή…..»

–«Μικρή την έχουμε όλοι…..Γιατί νομίζεις πως η μητέρα μας γεννούσε συνέχεια, μέχρι να κάνει κορίτσι;»

–«Δεν εννοώ αυτό….Την Αρετή έρχομαι να ζητήσω σε γάμο, εκ μέρους ενός ευκατάστατου κυρίου απ’ την Βαβυλώνα! Εσείς όλοι ποιοι είστε;»

–«Είμαστε οι αδερφοί!!!!»

–« «Αδερφή», ε….. Και μετά λέγατε εμένα πουστάρα……»

–«Όχι με «η¨, με «οι» οι «αδερφοί»…..»

–«Ναι…λες κι αμα σε πω «κουνίστρω» με «υ» θα έχει διαφορά…..»

–«Ας μη μένουμε στις σεξουαλικές λεπτομέρειες….. Ο ευκατάστατος κύριος που εκπροσωπείτε….πόσο ευκατάστατος είναι;»

–«Του κερατά….»

–«Άμα είναι κερατάς, δεν έχει ανάγκη την Αρετή μας….»

–«Μα….όχι αυτό….εννοώ οτι έχει τα λεφτά της αρκούδας….»

–«Τότε….πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπ’ όψιν μας την πρότασή σας…..Μας αφήνετε να συσκεφθούμε λίγο;»

–«Μα φυσικά….. Πρέπει να αλλάξω και το σουτιέν μου άλλωστε…. Καταραμένη μόδα της Βαβυλώνας….»

Πήγε παραδίπλα το συγγενολόι και άρχισε το meeting:

–«Ρε μάνα….να την δώσουμε….»

–«Τι είναι, ρε, να την δώσουμε; Εξέταση σπέρματος;»

–«Όχι….να την δώσουμε στον Βαβυλώνιο εννοώ….Άμα τύχει και περνάμε από τη Βαβυλώνα, να έχουμε ένα πιάτο φαί να φάμε και ένα βρακί να βάλουμε στον κώλο μας….»

–«Ρε, δεν τους είδες τους Βαβυλώνιους τι βρακιά φοράνε; Μήπως είσαι λίγο τοιούτος Κωσταντή;»

–«Μάνα….. με είπες πούστη;»

–«Ε, αφού θέλεις να βάλεις Βαβυλωνοστρίνγκ…..»

–«Ρε μάνα….μπας και με λες πούστη;»

–«Ε ΝΑΙ ΡΕ, ΤΟ ΕΙΠΑΜΕ!!!!!!»

–«Α, καλά….γιατί νόμιζα ότι με πέρασες για αδερφή…..»

Συνέχισαν το οικογενειακό συμβούλιο, 10 διαφορετικές γνώμες, (πλην εκείνης της αμέσου ενδιαφερομένης, της Αρετής, «δυο πέη τσακωνόντουσαν για ξένο ξυστοχέρι…»), άντε να βγάλεις άκρη. Περνούσε η ώρα όμως, πήγαινε μεσημέρι και μπορεί να μην είχαν τελική απόφαση, είχαν όμως μια λόρδα απ’ τις λίγες…. Ο Κωσταντής, ήταν ο πιο κοιλιόδουλος απ’ όλους:

–«Δώστη ρε μάνα, να πάμε να ντερλικώσουμε….»

–«Ναι, ρε Κωσταντή….αλλά άμα τύχει καμιά χαρά μεγάλη, ποιός θα πάει στου διαόλου τη μάνα να μου τη φέρει;»

–«Εγώ, μάνα! Να ντερλικώσουμε τώρα;»

–«Αν τύχει κανένας θάνατος, ποιός θα πάει στου διαόλου τη μάνα να μου τη φέρει;»

–«Εγώ, μάνα! Να φάμε τώρα;»

–«Αν τύχει καμιά αρρώστια και με πιάσει καμιά διάρροια, κανένα χέσιμο, κανένα μπιρμπιλωτό τσιρλατσιόν, ποιός θα πάει στου διαόλου τη μάνα να μου τη φέρει;»

–«Εγώ μάνα!!!! Αλλά μ’ αυτά που είπες…..άντε να ντερλικώσεις μόνη σου…. Εγώ σιχάθηκα!»

–«Ε, άμα είναι να πάς στου διαόλου τη μάνα να μου τη φέρεις, ας τη δώσουμε…»

Έκλεισε η συμφωνία, η Αρετή έφυγε νύχτα, (να μην την ξεπαρθενιάσει καμιά μετεωρολογική έκρηξη στην στρατόσφαιρα….), πήγε στη Βαβυλώνα, γνώρισε το γαμπρό, (και δεν της πολυάρεσε….), έμαθε οτι ήταν φράγκουλας, (και τον ερωτεύτηκε….) και περνούσε ζωή χαρισάμενη….Πίσω στο σπίτι της, όμως, όλα πήγαιναν στραβά. Μαύρη αρρώστια τους πλάκωσε, θανατικό μεγάλο και όπως πολύ ποιητικά λέει ο θρύλος : «Έπεσε θανατικό κι οι 9 αδερφοί πεθάναν, βρέθηκ’ η μάνα μοναχή σαν καλαμιά στον κάμπο….». Κι επειδή, αμέσως μετά την κυτταρίτιδα, ο μεγαλύτερος φόβος των γυναικών είναι μην τυχόν γίνουν παροιμίες, (εκτός από την «καλαμιά στον κάμπο», υπάρχει και το «είπε η Χέστρα της Πορδούς «Κάνε παραπέρα και μας βρώμισες»….» και το «της μικρής ψωλής της φταίνε οι τρίχες….»), η παντέρημη μάνα πήγαινε κι έκλαιγε καθημερινά στα μνήματα των 9 πεθαμένων:

–«Ρε μαντράχαλοι!!! Γιατί πεθάνατε και μ’ αφήσατε μόνη μου; Τώρα με λένε «καλαμιά» ακόμα, αλλά αν αύριο-μεθαύριο με πούνε «μικρή ψωλή»; Είναι τιμητικό, ρε, για τη μάνα σας να την φωνάζουν σαν Ινδιάνο μικροτσούτσου; Ε; Α…. επίσης μου λείπετε κιόλας….»

Μαύρο δάκρυ έριχνε η Χαροκαμένη μάνα, μα περισσότερο απ’ όλους της έφταιγε ο Κωσταντής:

–«Ρε κοιλιόδουλε!!! Οι 8 υπόλοιποι πέθαναν από τη λέπρα κι εσύ από κράμπα στομάχου! Ποιος θα μου φέρει τώρα πίσω την Αρετή απ’ του διαόλου τη μάνα, αφού πέθανες;»

Έφυγε η mother να πάει σπίτι της να ξεκουραστεί από το κλάμα και να βρεί καινούριες κατάρες για τον πεθαμένο courier ξενιτεμένων αδερφών, αλλά-ω του θαύματος- το μνήμα του Κωσταντή άρχισε να βγάζει καπνούς!!! Σύρθηκ’ η ταφόπλακα, άνοιξε το φέρετρο και «ΤΣΟΥΠ» πετάχτηκε ο πεθαμένος έξω!!!

–«Άσε με μαμά….5 λεπτά ακόμα…. Γυμναστική έχουμε την πρώτη ώρα!!!!»

Βέβαια σε λίγο εγκλιματίστηκε:

–«Ρε….κοιτα να δεις που είμαι πεθαμένος…. Ή αυτό, ή έχει ξεφλουδίσει το τσουτσούνι μου μέχρι τον αστράγαλο…Μάλλον φταίει που είχα πει στη μαμά, πως ό,τι κι αν συνέβαινε, θα της έφερνα την Αρετή πίσω! Ο Κωσταντής, όμως, κρατάει πάντα το λόγο του!! Ο Κωσταντής μπορεί να μην μπορεί να κρατήσει τη μασέλα του από τη σαπίλα, αλλά το λόγο του τον κρατάει!!! Επίσης, ο Κωσταντής δεν μπορεί να καταλάβει γιατί μιλάει σα μαλάκας στον εαυτό του στο τρίτο πρόσωπο!!!!!»

Ο Κωσταντής, (άντε πάλι…..) το ‘χε πάρει απόφαση να φέρει πίσω την Αρετή στη μάνα του που την είχε καημό, αλλά έψαχνε για μεταφορικό μέσο. Περνούσε εκείνη την ώρα ένα σύννεφο από πάνω, γυρνά ο πεθαμένος και του λέει:

–«Ρε σύννεφο, έρχεσαι κάτω να σε κάνω άλογο;»

Το σύννεφο παραξενεύτηκε:

–«Ρε….πεθαμένος είσαι εσύ, ή σε έχουν χαλάσει τα ναρκωτικά;»

–«Πεθαμένος….»

–«Ε…. άμα είσαι πεθαμένος, ΟΚ!!! Αλλά θέλω χαλινάρια!»

–«Χαλινάρια; Και μετά έλεγες εμένα πρεζάκι…!!!Που να τα βρώ τα χαλινάρια;»

–«Για ρώτα τα αστέρια…..»

Γύρισε ο Κωσταντής και φώναξε στ’ αστέρια:

–«Ρε, θέλω χαλινάρι!!!»

–«Ευχέλαιο θες, όχι χαλινάρι…..»

–«Όχι….δεν καταλάβατε…..Θέλω χαλινάρι για το σύννεφο που το έκανα άλογο!!!!!!»

Τα αστέρια είχαν χαβαλέ:

–«Ρε σεις…..αυτός την έχει ακούσει του κερατά!!!! Πάμε να κάνουμε τα χαλινάρια να σπάσουμε πλάκα!!! Αλλά, υπο έναν όρο….»

–«Τι όρο;»

–«Να πάρουμε και το φεγγάρι μαζί μας, να σπάσουμε πλάκα!!! Ρε MOON έρχεσαι;»

–«Έρχομαι….τι να μείνω εδώ, να κάνω το μαλάκα της παρέας;»

Καβάλησε ο Κωσταντής το Συννεφάλογο, τράβηξε τα Αστροχαλινάρια, είχε και το ΜΟΟΝ για προβολέα ομίχλης, δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει κι έφτασε στο σπίτι της Αρετής στη Βαβυλώνα. Μαύρα μεσάνυχτα ήταν η ώρα αφίξεως και εκείνη- συνηθισμένη τόσα χρόνια- έλουζε τα μαλλιά της. Την πλησίασε ο Κωσταντής και της είπε:

–«ΤΣΑ!!!!»

–«Κωσταντή….Εσύ εδώ;»

–«Γιατί, ποιον περίμενες;»

–«Εεεε…..τον μάγειρα για αρχή….και στη συνέχεια τον βοιδοαρμεχτή, τον τροχηλάτη, 5-6 λιποτάκτες Σταυροφόρους μαζί με τους Μαυριτανούς ρουφιάνους τους, αργότερα βέβαια από τον αυλητή , το σταυλίτη και τον υπεύθυνο ανώδυνων περιτομών…..»

–«Αδερφή μου…..ΕΓΙΝΕΣ ΠΟΡΝΗ;;;;;»

–«Κι εσύ θα γινόσουν αν ο άντρας σου φορούσε πιο σέξι εσώρουχα από εσένα…..Τόσον καιρό εδώ κι ακόμα να συνηθίσω τη μόδα της Βαβυλώνας…..»

–«Καλά….έλα, ανέβα να σε πάω στη μαμά….»

–«Μα είναι αργά….κι ο βοιδοαρμεχτής τόσο γλύκας….. είναι σοβαρό;;;»

–«Έλα και θα σου πω στο δρόμο…..»

–«Δεν γίνεται τουλάχιστον να περιμένουμε το σταυλίτη που είναι και πρόωρος;»

–«Όχι!!! Πάμε να φύγουμε, να σε πάω στη μαμά να σε δεί!!!»

–«Καλά…Αλλά άμα δούμε κανέναν γλυκούλη στο δρόμο, θα σταματήσεις, εντάξει;»

–«ΟΚ!! Λέτς γκόου του μάδερ νάου!!!!!»

Στο δρόμο του γυρισμού, όμως, άρχισε η Αρετή να παραξενεύεται…. Όπως περνούσαν μέσα από ένα λιβάδι, άκουσε κάτι πουλιά παραδίπλα να λένε:

–«Κοίτα ρε τον πεθαμένο, τι γκόμενα χτύπησε!!!!»

Η Αρετή αντέδρασε:

–«Ρε Κωσταντή…. Το πουλί σε είπε πεθαμένο!!!»

–«Ε….πουλί είναι και λέει….»

–«Μα….μιλάνε τα πουλιά;»

–«Μάλλον….»

–«Παράξενο….Το μόνο πουλί που έχω ακούσει να μιλάει, είναι του αυλητή κι αυτό επειδή είναι εγγαστρίμυθος…!!!»

Παρακάτω, κι άλλα πουλιά δεν μπορούσαν να κρατήσουν το στόμα τους κλειστό:

–«Ρε!!! Δεν είναι άδικο ο ψόφιος να έχει τέτοιο μανούλι;»

Η Αρετή ξαναπαραξενεύτηκε:

–«Ρε Κωσταντή….άκουσες τι λένε τα πουλάκια; Σε λένε ψόφιο…..»

–«Εγώ ψόφιος;;!!! Παρεξήγησις… Απλά είχα πιεί λίγο παραπάνω εκείνη την ημέρα και δεν μου σηκωνόταν……»

–«Ναι ρε συ Κωσταντή…..αλλά βρωμάς και λιβάνι!»

–«Είχα βάλει κάτι στίκς…..»

–«Μα εσύ ΣΚΥΛΟΒΡΩΜΑΣ!!!!! Που τα ‘χες βάλει, στον κώλο σου;;;;»

Δεν απάντησε ο κωσταντής, που το ‘χε η μοίρα του να τον λέει γκέι η μάνα του όταν ήταν ζωντανός και πουστάρα η αδερφή του τώρα που ‘ταν πεθαμένος…. Πάρακάτω κι άλλα πουλάκια-παρλαπίπες:

–«Ρε!!! Ο ημι-σάπιος τραβιέται με την ημι-παρθένα!!!!»

–«Κωσταντή μου….σε λένε σάπιο τα πουλάκια….»

–«ΔΕΝ ΜΑΣ ΧΕΖΕΙΣ ΕΣΥ ΚΑΙ ΤΑ ΠΟΥΛΑΚΙΑ ΣΟΥ;;;;;»

–«Ναι, αλλά παραξενεύομαι…..Που ‘ναι μωρέ τα κάλλη σου, που ‘ναι η ομορφιά σου, που ‘ναι τα ξανθά σου τα μαλλιά και το τρανό μουστακι;;;»

–«Εεεεε…..αρρώστησα αδερφούλα μου….κι είμαι λίγο κομμένος….»

–«Αρρώστησες; Τι έπαθες Κωσταντή μου;»

–«Εεεε….ξέρεις……Κολπίτιδα!!!!!!»

–«Και πέφτει το μουστάκι άμα πάθεις κολπίτιδα;;;;»

–«Σαφώς…..»

–«Κοίτα να δεις…..κι εγώ η βλαμμένη κάθομαι και του κάνω χαλάουα…..»

Μην την κατηγορείτε…..άμα μένατε κι εσείς τόσον καιρό στη Βαβυλώνα, τα ίδια θα παθαίνατε….. Με τα πολλά, έφτασε ο Κωσταντής με την Αρετή μπροστά στο νεκροταφείο που βρίσκονταν οι τάφοι των 9 αδερφών, ξεκαβάλησε η ξενιτεμένη και «ΠΟΥΦ!!» χάθηκε από μπροστά της!!! Η Αρετή τα είχε χάσει:

–«ΠΟΥΦ!!!! Μα είναι δυνατόν να εξαφανίζεται κάποιος με ήχο κλανιάς; Χάθηκε το «ΤΣΑΦ» ή το «Σουπερκαλιφρατζαλιστικ Εξπιαλιντόσιους»….; Θα πάω προς το σπίτι να δω τι συμβαίνει!»

Μόλις, όμως, έφτασε μπροστά στο σπίτι, της ήρθε ταμπλάς! Ξεραμένος ο κήπος, παρατημένα τα παρτέρια, κάτι σανίδες καρφωμένες παράταιρα στα πορτοπαράθυρα, σαν πλάνο από τον «Εφιάλτη Στο Δρομο Με Τις Λεύκες» ήταν….. Τρόμαξ’ η Αρετή, όρμηξε κατά την πόρτα και άρχισε να την χτυπάει. Από μέσα, ακούστηκε η φωνή της μάνας:

 

–«Αν είστε πλασιέ με ΤΑΠΕΡ, δεν θέλω! Χρησιμοποιώ αλουμινόχαρτο!!!»

–«Άνοιξε μάνα, η Αρετή είμαι!!!»

–«Αν είστε για τον έρανο….δώσαμε, δώσαμε!!!»

–«Άνοιξε μάνα, η Αρετή είμαι!!!»

–«Άν είσαι ο Πικροχάροντας, άλλα παιδιά δεν έχω……»

–«Άνοιξε μάνα, η Αρετή είμαι!!!»

–«Μονάχα τη δόλια την Αρετούλα έχω, που είναι μακριά στα ξένα!!!!»

–«ΡΕ ΜΑΝΑ Θ’ ΑΝΟΙΞΕΙΣ ΚΑΙ ΕΧΩ ΞΥΛΙΑΣΕΙ ΜΕ ΤΟ ΨΟΦΟΚΡΥΟ ΒΡΑΔΙΑΤΙΚΑ;;;;;;»

Η μάνα, δικαιολογημένα με το κακό που την είχε βρεί, τα είχε ψιλοχάσει:

–«Κι αν είσαι ο τσαγκάρης….δεν έχω όρεξη σήμερα….είμαι και αξύριστη!!!»

–«Άνοιξε ΡΕ ΜΑΝΑ, η Αρετή είμαι!!!!!!!!!»

Ψιλοήρθε στα συγκαλά της η μάδερ, κατέβηκε, ξεασφάλισε την πόρτα και ξεχύθηκαν η μια στην αγκαλιά της άλλης….

–«Μάνα…σε βρήκα!!!»

–«Κόρη μου ξενιτεμένη…..!!!!»

–«Μάνα….είσαι όντως αξύριστη!!!»

–«Ναι…το ξέρω….είναι καινούριο στύλ!!!»

–«Μάνα….τι έχει συμβεί;»

–«Πεθάναν όλοι, κόρη μου…..»

–«Κι εμείς τι θα κάνουμε, μάνα;»

–«Δεν πεθαίνουμε κι εμείς να σπάσουμε πλάκα;;;;»

Κατέβηκαν απ’ το πλατύσκαλο αγκαλιασμένες, στάθηκαν μπροστά στο Χαροκαμένο σπίτι τους με τον ξερό τους κήπο και πέθαναν κι οι δυό τους…….

ΤΕΛΟΣ