fbpx

Ανοικτοί ΛΟΓΙΑριασμοί Νο.3 : ΜΠΑΦΑστερόσκονη

“Ντρίιιιιιν…!”
­­”Ποιός είναι ο Ντρινγι­Ντρίνγης?”
­­”Καλησπέρα! Παρακαλώ, μοιράζω μερικά φυλλάδια….”
­­”Άδεια τα μοιράζεις?”
­­”Φυλλ­Άδια, όχι “Άδεια”.
­­”Θες Άδεια για να τα μοιράσεις…?”
­­”Δεν με καταλάβατε… Φυλλάδια για Ξένες Γλώσσες!”
­­”Εγώ, μόνο τις Ελληνικές Γλώσσες αγοράζω παιδί μου… Ψυτάλλειας που ξελεπιάζονται και εύκολα… Σχεδόν μόνες τους!”
­­”Όχι τα Ψάρια… Φυλλάδια για Αγγλικά, Γαλλικά και τέτοια…”
­­”Μα τι να τα κάνω εγώ, γριά γυναίκα είμαι παιδί μου…”
­­”Ε, μπορεί να έχετε κάποιο εγγονάκι…”
­­”Ω ναι όντως Μπορεί…! Ήταν μπερμπάντης ο Μακαρίτης… Εσύ που το ξέρεις..?”
­­”Μα…δεν ξέρω τίποτα για κανέναν μακαρίτη… Εγώ φυλλάδια μοιράζω…”
­­”Αγοράζει ο κόσμος?”
­­”Μα Δωρεάν είναι, δεν τα πουλάω…”
­­”Ε, Πούλα τα κι εσύ βρε παιδάκι μου, να βγάλεις χαρτζηλίκι.. Με το τσάμπα δεν γίνεται
δουλειά… Κι εγώ Τσάμπα του το έδινα του Μακαρίτη κι αυτός όλο μπερμπάντευε…”
­­”Δεν με καταλάβατε….”
­­”Γιατί, σάματις εκείνον τον καταλάβαινα…? Όλο με την κουμπάρα πήγαινε, που ήτανκακάσχημη για να μην τον ψυλλιαστώ… Αχάριστος, παιδί μου! Λες κι εγώ δεν ήμουν Μπάζο…”
­­«Ναι… Κοιτάξτε.. Αν δεν σας πειράζει, να μου ανοίξετε…»
­­«Μα, γιατί να με πειράζει, παιδί μου…?»
­­«Α! Ωραία! Μου ανοίγετε?»
­­«Όχι παιδί μου…»
­­«Μα πριν είπατε ότι δεν σας πειράζει…»
­­«Τα Φασόλια με πειράζουν μόνο, παιδί μου… τρείς φορές τα βράζω κάθε φορά τα καταραμένα κι οκτώ φορές τα κλάνω! Σ ́ αρέσουν τα φασόλια?»
­­«Ε, όχι ιδιαίτερα… Αν δεν σας ενοχλεί…»
­­«Τι να με ενοχλεί, παιδί μου, γλιτώνεις και τα πριτσάκια…»
­­«Όχι, εννοώ αν δεν σας ενοχλεί να μου ανοίξετε…»
­­«Φυσικά και δεν με ενοχλεί, παιδί μου!»
­­«Θα μου ανοίξετε?»
­­«Μπα, όχι παιδί μου…»
­­«Δεν θα σας ενοχλήσω, 2 λεπτά θα κάνω!»
­­«2 λεπτά έκανε κι ο Μακαρίτης… Στις καλές του κιόλας… Κι εγώ η χαζή, πρίν το συνοικέσιο
όταν μου είπαν «Πρόωρος» κατάλαβα «Εφταμηνίτικο»…!»
­­Ε και?»
­­«Ε και Λάθος Κατάλαβα! Γι’ αυτό και πήγαινε με την κουμπάρα που ήταν κακάσχημη… λες κι εγώ δεν ήμουν μπάζο…»
­­”Ε, τέλος πάντων… Σας ευχαριστώ, καλή σας ημέρα!»
­­«Καλό κορίτσι να είναι, παιδί μου και να σου μαγειρεύει. Και να είναι και πιο άσχημη από την κουμπάρα, μπας και γλιτώσεις το κέρατο…»
­­«Ποια?»
­­«Η κοπέλα σου, παιδί μου…»
­­«Δεν έχω κοπέλα…»
­­«Είσαι από αυτούς τους Ντιντήδες?!»
­­«Μα, σας παρακαλώ!»
­­«Όσο και να με παρακαλάς… αυτό είναι Κουσούρι παιδί μου…! Τουλάχιστον ο Μακαρίτης δεν ήταν! Όλο με την κακάσχημη την κουμπάρα που είχε την κρεατοελιά στη μύτη ξενοκοιμόταν… Λες κι εγώ δεν ήμουν μπάζο…»

ΤHE MAIN THING…!!!


­­«Μάνα, έκλεισες τον θερμοσίφωνΑ?»
­­«Γιατί, ποιος τον άνοιξε?»
­­«Εγώ, για να κάνω μπάνιο…!»
­­«Μα εσύ παιδί μου, βρωμάς!»
­­«Στη θάλασσα να κάνω μπάνιο…»
­­«Και τον θερμοσίφωνΑ τι τον θες τότε?»
­­«Δεν ξέρω καλό κολύμπι κι είπα να έχω κάποιον δίπλα μου για σιγουριά…»
­­«Μα, γιέ μου, τον θερμοσίφωνΑ θα πάρεις στη θάλασσα μαζί σου?»
­­«Είπα στον μπιντέ πρώτα άμα ήθελε να έρθει εκείνος, αλλά τελικά δεν έχουμε μπιντέ…»
­­«Πότε τον άνοιξες?»
­­«Προχθές νομίζω…»
­­«Από ΠΡΟΧΘΕΣ καίει ρεύμα?!»
­­«Εγώ του είχα βάλει 3 ευρώ Σούπερ Αμόλυβδη, αλλά μάλλον την έκαψε και μπήκε στη γεννήτρια…»
­­«Παιδί μου, πρέπει να συνέλθεις…»
­­«Συνελθεμένος είμαι, ρε μάνα…»
­­«Δεν ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΝ αυτή η λέξη!!!»
­­«Ναι, ρε μάνα… Όντως «Δεν Υπάρχει»! Κι εμένα μ’ αρέσει πολύ σαν λέξη να ξέρεις…»
­­«Γιέ μου… Να πας να βρεις μια δουλειά… Όπως δούλευε κι ο πατέρας σου…»
­­«Μα ο πατέρας ήταν ταξιτζής…! Κι εγώ δεν έχω κίτρινο αυτοκίνητο…! Τι να οδηγήσω, τονΤουίτυ?! Και τέλος πάντων, τι έχουμε , ρε μάνα, για φαί?»
­­«Βρούβες!»
­­«Τι να «ΒρουΒρώ»?»
­­« «Βες», όχι «Βρες»…»
­­«Μα δεν έψαχνα…»
­­«Χόρτα είναι παιδί μου οι Βρούβες!»
­­«Α, ωραία, θα στρίψω μερικά…»
­­«Για ΦΑΙ είναι, όχι για κάπνισμα!»
­­«Και τι είμαι , ρε μάνα, κατσίκα είμαι να τρώω χορτάρια?»
­­«Γιε μου, αυτά που καπνίζεις σου σταματάνε τον εγκέφαλο…»
­­«Τι λες, ρε μάνα, ίσα ίσα είμαι διαυγέστατος!»
­­«Και τα χόρτα τότε γιατί δεν τα θες για φαί?»
­­«Τέσσερις και τέταρτο…»
­­«Τι «τέσσερις και Τέταρτο»…?»
­­«Ε, τι, θες και τα δευτερόλεπτα? Να μιλάω σαν κι αυτήν που βγαίνει και λέει ότι στον «Επόμενο Ρίο ­ Μάρε η ώρα θα είναι…?». Οι Κολιοί , δηλαδή, άχρονοι είναι?»
­­«Μα εγώ άλλο πράγμα σε ρώτησα! Για το Φαί! Να σου κάνω 2 αυγά?»
­­«Χα…! Η Μάνα μου είναι Κότα!!!»
­­«Όχι να τα γεννήσω, βλαμμένο, να στα τηγανίσω να τα φας!»
­­«Όχι ρε μάνα αυγά… Φτιάξε μια ομελέτα καλύτερα…»
­­«Μα, παιδί μου και η ομελέτα αυγά είναι…»
­­«Α, ναι, ε…?»
­­«Ναι…»
­­«Ε, τότε όχι αυγά… Φτιάξε μια ομελέτα καλύτερα…»
­­«Έχει καεί ο εγκέφαλός σου…! Άντε, καλά, θα στην φτιάξω, αλλά θα την φας όλη, ε?»
­­«Ποιάν…?»
­­«Την ομελέτα παιδί μου…»
­­«Όχι ρε μάνα, αφού σου είπα, δεν θέλω αυγά!!!»
­­«Μα η ομελέτα ΕΙΝΑΙ αυγά!!!»
­­«Μα ΔΕΝ θέλω αυγά είπαμε….»
­­«Θα με πεθάνεις, μεγάλη γυναίκα… Τι θες, επιτέλους?»
­­«Εγώ φταίω, ρε μάνα? Εσύ με το πείσμα σου… Αμάν πια, αυγά και αυγά… Αφού σου λέω…»
­­«Τι μου λες, μωρέ?»
­­«Φτιάξε εκεί μια ομελέτα που είναι κι εύκολη…»
­­«….έχω κάτι φασολάκια από Προχθές…»
­­«Κι ο Προχθές τι θα φάει?»
­­«Ποιος?»
­­«Αφού είναι του Προχθές, μην του τα στερήσω… Άσε θα φάω έξω…»
­­«Αφού είσαι Άφραγκος, τι θα φας μωρέ?»
­­«Το Κρύο της Αρκούδας! Προχθές βγήκα με το κοντομάνικο στο ψοφόκρυο…»
­­«Γιατί παιδί μου, αφού ρούχα έχεις…»
­­«Ε, μπέρδεψα το ΚΟΝΤΟμάνικο με το ΜΑΚρυμάνικο, ρε μάνα… Είναι και αυτή η ντουλάπα βλαμμένη τελείως… Όλο το Μακρύ της και το Κοντό της…»
­­«Μιλάνε, παιδί μου, οι ντουλάπες?»
­­«Αμέ!»
­­«Και τους μιλάς κι εσύ…?»
­­«Αμέ!»
­­«Οι ντουλάπες είναι έπιπλα, παιδί μου, δεν μιλάνε!!!»
­­«Τι λες ρε μάνα… Κι ο Κώστας της Κυρα­Νίτσας 2 μέτρα Ντουλάπα είναι αλλά μια χαρά μιλάει!»
­­«Παιδί μου, δεν είσαι καλα…»
­­«Μην υπερβάλεις, ρε μάνα… Να, μια χαρά είμαι…! Δεν αισθάνομαι και πολύ καλά… Έχω και κάτι κομμάρες… Περδίκι, τι ανησυχείς?»
­­«Πρέπει να πάμε σε έναν ειδικό…»
­­«Και τι να κάνουμε?»
­­«Να πάρουμε τη Γνώμη του…»
­­«Και να τον αφήσουμε Άβουλο τον άνθρωπο μετά? Σπούδαζε τόσα χρόνια για να μην έχειΆποψη και Γνώμη? Μετά δεν θα είναι «Ειδικός» , θα είναι «Γενικός»… Α, όλα κι όλα μάνα, εγώ σε Διακόπτες ΔΕΝ πάω!»
­­«Παιδί μου… να σε δεί απλά… να σε κοιτάξει….»
­­«Και να μην του στείλω μια selfie, να μην τρέχουμε?»
­­«Παιδί μου, ΕΙΣΑΙ ΝΑΡΚΟΜΑΝΗΣ!!!»
­­«Σιγά ρε μάνα… Χαλάρωσε… Κανα μπάφο κάνω που και που μονάχα…»
­­«Τι «Που και Που» παιδί μου… Που το δωμάτιό σου είναι λες κι έχει λιβανίσει όλη η Μονή
Εσφιγμένου μέσα του…?»
­­«Υπερβολική, ρε μάνα…Εγώ από αυτό που είπες Δεν είμαι… Ακούς εκεί Ναρνο…. Ναρκανο…. Ναρκαλιευτής!!!»
­­«Σε είπα εγώ ναρκαλιευτή?»
­­«Γιατί, σάματις άμα με έλεγες, θα ήμουν? Εγώ μονάχα μια Μολότωφ έφτιαξα μια φορά… Και μάλιστα στο τέλος δεν την πέταξα καν… Την Ήπια!»
­­«Επιτέλους, γιέ μου, πρέπει κάποια στιγμή να γίνεις Άνθρωπος!»
­­«Μάνα, εγώ έχω Μεγάλα Όνειρα…»
­­«Αφού κοιμάσαι 18 ώρες την ημέρα, λογικό είναι! Το Director’s Cut θα βλέπεις! Να βρεις μια κοπέλα, να σταματήσεις να πίνεις χασίσια γιέ μου…»
­­«Τι λες, ρε μάνα.. Ο Κώστας της Κυρά­Νίτσας που είχε κοπέλα, γι’ αυτό τα ξεκίνησε, για να την ξεχάσει…»
­­«Ποιάν?»
­­«Δε θυμάται πλέον… Παραήπιε μάλλον…»
­­«…..να δω κι εγώ ένα εγγονάκι από εσένα πριν κλείσω τα μάτια μου…»
­­«Να σου δώσω τζούρα πριν κοιμηθείς, ρε μάνα, να δεις ολόκληρο τον παιδικό σταθμό…?»
­­«Επιτέλους! Σεβάσου Με!»
­­«Που να σε Βάλω , ρε μάνα… Μόνη σου πας και μπαίνεις….»
­­« ΣεβαΣΟΥ», όχι «ΣεβαΛΟΥ»… Γιε μου… Άκουσέ με κι εμένα τη Δόλια τη Μάνα…Είσαι Εθισμένος…»
­­«Μάνα, εγώ πίνω, εσύ χάνεις τα «μ»…»
­­« «Εθισμένος» παιδί μου, όχι «μΕθυσμένος ̈..! Πρέπει να ζητήσεις βοήθεια. Να κάνουμε κάτι. Πόσον καιρό θα κυκλοφορείς σαν ρεμάλι? Μα άκουσέ με τη Δόλια….»
­­«Ε, όχι και «Δόλια» ρε μάνα… Ντάξει, λίγο ύπουλη είσαι που και που…»
­­«Εγώ είμαι Ύπουλη?!»
­­«Ε ναι είσαι… Σε έχω δει που βάζεις τα μποξεράκια μου Κρυφά για πλύσιμο… Λες κι αμα τα ξαναφορέσω, δεν θα βρωμίσουν και πάλι…»
­­«Μα γιε μου, αφού εσύ δεν κάνεις μπάνιο ποτέ σου…!»
­­«Ψέμα!!! Τότε τον θερμοσίφωνΑ γιατί τον άναψα…?»
­­«Εννοώ από πλευράς Υγιεινής…»
­­«Α… Από αυτή την πλευρά, έχουμε τη Λεκάνη! Από αυτά τα «Είδη Υγιεινής» την πήραμε…

Πάντως, να ξέρεις, όσες φορές μάσησα το καπάκι της, Υγιεινό δεν μου φάνηκε…»
­­«Δάγκωσες τη Λεκάνη?»
­­«Αμέ!»
­­«Μα γιατί?»
­­«Να την πιπιλίσω ήθελα, αλλά με συνεπήρε το Πάθος!»
­­«Παιδί μου, το έχεις χάσει Τελείως…?»
­­«Άσε μας, ρε μάνα… Να σου πω, μήπως παίζει κανένα τσιγάρο?»
­­«Τι να «παίζει» το τσιγάρο, παιδί μου? Κρυφτό από το τασάκι?»
­­«Εννοώ μήπως έχεις κανένα τσιγάρο!»
­­«Μα παιδί μου, εγώ δεν καπνίζω!»
­­«Ε, γι αυτό το λέω! Αν έχεις αγοράσει αλλά δεν καπνίζεις, σίγουρα θα σου έχει περισσέψει ολόκληρο το πακέτο!»
­­«Μα γιατί να αγοράσω τσιγάρα αφού δεν καπνίζω?»
­­«Ε, τώρα…γιατί… Εγώ γιατί αγόρασα χαρτί υγείας αφού έχω να χέσω από πρόπερσι?»
­­«Σοβαρά? Τι έχεις, γιέ μου, είσαι Δυσκοίλιος?»
­­«Όχι ρε μάνα…Αλλά όποτε μου έρχεται για κακάκια τυχαίνει να βαριέμαι… Ε, ρίχνω ‘κει ένα Κατούρημα και την κάνω…»
­­«Ποιάν κάνεις?»
­­«Την Κάνω..! Φεύγω δηλαδή!»
­­«Να Κάτσεις στ’ αυγά σου που θα φύγεις!!!»
­­«ΑΜΑΝ με τα αυγά, ρε μάνα! Αφού ΔΕΝ τα τρώω τα αυγά! Φτιάξε ‘κει μιαν ομελέτα που μ’ αρέσει κιόλας…»
­­«Παιδί μου… Αυτά που καπνίζεις σου έχουν βαλτώσει το μυαλό… Γίνεσαι Βραδύνους! ̈
­­«Αφού τους Πρωίνους δεν το ακούω το ξυπνητήρι, ρε μάνα! Ίσως φταίει που δεν το βάζω κιόλας… «
­­«Φάει τουλάχιστον κάτι που έχεις μείνει πετσί και κόκαλο…! Να, πάρε αυτή τη Φρυγανιά!»
­­«ΝΑΙ, ρε μάνα, Λευτεριά Στη Γανιά!!! Έτσι σε θέλω…!»
­­ «Τι πράγμα…?»
­­“FREE­Γανιά!!! Καμία Γανιά πίσω από τα Κάγκελα! Μ’ αρέσεις που είσαι Αντίδραση…!»
­­«Παιδί μου… Φρυγανιά… Να την μασήσεις…»
­­«ΔΕΝ ΜΑΣΑΩ εγώ, ρε μάνα! Έτσι με μεγάλωσες, να είμαι Θαρραλέος!»
­­«Γιέ μου… Δεν επικοινωνείς με το περιβάλλον… Βγες έξω να σε δει ο Ήλιος, να σε χτυπήσει ο Αέρας, μπας και ξεθολώσουν οι σκέψεις σου! Έχω μιλήσει και στον παπα­Νεκτάριο, εδώ της Εκκλησίας… Πήγαινε να σε διαβάσει!»
­­«Αφού το τέλειωσα το σχολείο… Τι «να με διαβάσει»… ? Δεν φτάνει τόσο που διάβαζα?»
­­«Τι «διάβαζες» μωρέ, που έμεινες από 5 χρονιές στην ίδια Τάξη?»
­­«Αφού το Κυλικείο δεν μου το νοίκιαζαν, που να έμενα, στο δρόμο?»
­­«Να πας στον παπα­Νεκτάριο!»
­­«Δεν τονε θέλω αυτόν.. Μου βάζει συνέχεια χέρι…»
­­«Ο παπα­Νεκτάριος, 90 χρονών άνθρωπος? Πότε σου έβαλε χέρι?!»
­­«Τις προάλλες που πήγα να βουτήξω 50 ευρώ από το παγκάρι…»
­­«Έκλεψες από την Εκκλησία, Ανεπρόκοπε?»
­­«Μόνος μου ήμουν, ποιος Προκόπης? Αυτός είναι Στρουμφάκι, ρε μάνα… Εγώ πίνω, εσύ χαλιέσαι…? ̈
­­«Δεν είναι δυνατόν… Παιδί μου, θα σε καταστρέψει αυτό το Κυπριακό που καπνίζεις…»
­­«Ποιο?»
­­«Αυτός ο «Πάφος»…!»
­­«Σιγά μην καπνίζω και τη Λευκωσία ρε μάνα! «Μπάφος» λέγεται!»
­­«ΔΕΝ ΠΑ’ ΝΑ ΛΕΓΕΤΑΙ ΚΑΙ «ΓΑΥΓΑΜΗΛΑ»…?!»
­­«ΟΧΙ ρε μάνα, ΟΧΙ! Μην επιμένεις!!! Είπαμε, Γαυγά δεν τρώω! Καμιά Γομελέτα άμα μπορείς φτιάξε που μ’ αρέσει κιόλας!»
­­«Και να πας να κουρευτείς! Με αυτά τα γένια και τα μαλλιά είσαι σαν ζωγράφος της
Αναγέννησης!»
­­«Έχουν ζωγράφους στην ομάδα της Καρδίτσας? Α, γι’ αυτό δεν παίζουν μπαλίτσα… Εμ βέβαια, που να τρέχεις με το πινέλο…»
­­«Παιδί μου, προσπάθησε να συνέλθεις… να ενταχθείς στο κοινωνικό σύνολο… Πήγαινε και στον παπα­Νεκτάριο να σου διαβάσει μιαν Ευχή…»
­­«Τι, «Χρόνια Πολλά»…?»
­­«Του Όσιου Πορφυρίου την Ευχή!»
­­«Έχει γεννέθλια?»
­­«Ποιος?»
­­«Ο Πορφύριος! Άμα δεν έχει, να μου το πεις να του πω απλά ένα «Γειά». Μην του κάνω και επίθεση αγάπης με τις ευχές του ανθρώπου και σκιαχτεί…»
­­«Να σου διαβάσει Ευχή για να σε Φωτίσει ο θεός!»
­­«Τι είναι , ρε μάνα, ο Θεός για να με φωτίσει? Λάμπα? Κι εγώ που νόμιζα ότι το «Εγώ ειμί το Φως» είναι μεταφορικό… Κοίτα τι μαθαίνει κανείς…»
­­«Δεν ξέρω τι άλλο να κάνω η δυστυχισμένη η μάνα..»
­­«Με κίνδυνο να γίνω μονότονος, εγώ θα σου ξαναπροτείνω εκείνην την ομελέτα…»
­­«Με Εσένα τι θα κάνω!»
­­«ΟΧΙ αυγά, ρε μάνα! Αφού δεν τα τρώω!»
­­«Ποιος είπε για αυγά τώρα?»
­­«Κανείς… Αλλά ΑΝ έλεγε? Έσω έτοιμος και τέτοια… Κάτι ήξεραν οι αρχαίοι ημών Πρόγονεις…»
­­«Εννοείς «Πρόγονοι»…»
­­«Ναι κι αυτοί κάτι ήξεραν, αλλά από τους Προγονείς το έμαθαν…»
­­«Τι να κάνω μαζί σου , παιδί μου… Δεν το βλέπεις ότι χαζεύεις σιγά­σιγά? Άντε στον παπα­ Νεκτάριο που σου λέω….»
­­«Τι να κάνω , ρε μάνα, στον παπα­Νεκτάριο?»
­­«Ό,τι θες! Κάνε το Παπαδάκι!»
­­«Τσε αμάτενες εκάμω τον Κρητικό, θε ν’ αρέσει, μωρέ, αυτό στον Τραγόπαπα?»
­­«Τι λες….?»
­­«Κάνω τον Παπαδάκη, έτσι δεν μου είπες?»
­­«Παιδί μου, να τον βοηθάς στις δουλειές της Εκκλησίας! Να ξεκολλήσει το μυαλό σου! Ν’
ανάβεις και να σβήνεις τα κεριά!»
­­«Να στείλω το φίλο μου τον Μήτσο τον Zippo που το ‘χει και έμφυτο?»
­­«….και να συνέλθεις… Να βρεις μια Καλή κοπέλα…»
­­«Γιατί, αυτές που βρίσκω χαλασμένες είναι?»
­­«Αυτές είναι Σουρλουλούδες!»
­­«Sure… Λουλούδες, yes yes… Αλλά η τελευταία ήταν barwoman όχι λουλουδού… Απλά έκανε τα έξτρα της… έχει καλύτερα tips…»
­­« «Σουρλουλούδες», παιδί μου, Τυχαίες δηλαδή! Η τελευταία που μου έφερες είχε μουστάκι!»
­­«Ήταν Χίπστερ…»
­­«Γείτσες, γιέ μου…»
­­«Όχι…δεν κα ́ταλαβες… Χίπστερ ήταν , ακολουθούσε τη μόδα!»
­­«Και θέλει η Μόδα να είναι οι γυναίκες σαν τον Κατσαντώνη?»
­­«Άμα δεν τον νοιάζει τον Κατσαντώνη, εμένα λόγος δεν μου πέφτει…»
­­«Μια γυναίκα κανονική να βρεις… να μπορείτε να κάτσετε… Να μιλήσετε…»
­­«Γιατί, με την τελευταία δεν μιλούσαμε?»
­­«Τι «μιλούσατε», μωρέ, που ήσασταν και τα δυο τόσο μαστουρωμένα και όταν της είπες να φάτε γιαούρτι, εκείνη μέχρι να απαντήσει το γιαούρτι είχε βαρεθεί και ξεπετσιαζόταν μόνο του….»
­­«Ε, πήρε πρωτοβουλία το γαλακτοκομικό….»
­­«….και μετά το πέρασε για Nivea και το έτριβε στον κώλο της η Σιχαμένη…»
­­«Ήταν ΚωλοΠετσωμένη, γι’ αυτό…»
­­«Μα αυτό που έτριβε ήταν η Atlacol!”
­­Ναι όντως.. Ε, τι να κάνω μωρέ… Είχε «κολλήσει» μαζί μου… Τόσο Άντρας! Με χαίρεσαι μάνα?»
­­«Μα είδαμε και πάθαμε να της ξεκολλήσουμε το πλακάκι από τον κώλο!»
­­«Ναι, όντως είχε Πλάκα ‘κει ο κώλος της… Ήταν Οριζόντιος! Μεταλλαγμένη θα ήταν μάλλον , ρε μάνα…»
­­«Ξαπλωμένη στο πλάι ήταν, βλαμμένο!»
­­«Ναι καλά… Αυτή ήταν στους Χ­ΜΕΝ, εμένα βρίζεις.. Άδικη είσαι ρε μάνα…»
­­«Τι «άδικη» μωρέ…? Αχ, τι Αμαρτίες πληρώνω…»
­­«Χα! Η τελευταία που ήρθε για πληρωμή, δεν ήταν Αμαρτία, η ΔΕΗ ήταν! Στα νιάτα σου μάλλον κάτι πρέπει να έπαιξε με καμιά πρίζα…! Το ήξερα ότι πρέπει να ήσουν αλήτισσα μικρή…»
­­«Γιέ μου, είσαι άρρωστος… Πρέπει να το καταλάβεις και να το αντιμετωπίσεις…»
­­«Ε, όχι κι άρρωστος… Μια μυξούλα μου έσταξε μόνο, αλλά να, θα την κολλήσω εδώ κάτω από το τραπέζι, να μην την βλέπεις..»
­­«Σιχαμένε!»
­­«Είναι λίγο «Σιχαμέναι» όντως, αλλά μετά είναι απλά Κολλημέναι κάτωθεν του επίπλου,
Κρυμμέναι από τα βλέμματα τα αδιάκριτα..»
­­«Άρρωστος, παιδί μου, όχι Συναχωμένος! Αυτά τα χασίσια που πίνεις σε χαλάνε! Και δεν γίνεται να συνεχιστεί αυτό! Πρέπει να αλλάξει!»
­­«Μα άμα είναι να τα πίνω και να ΜΗ με χαλάνε, ποιο το νόημα, ρε μάνα?»
­­«Και ΠΟΙΟ είναι το νόημα να σε χαλάνε?»
­­«Δεν το έχω βρει ακόμα, αλλά βλέπεις ότι δεν εγκαταλείπω! Επιμένω συνεχώς να χαλιέμαι μέχρι να το βρώ! Δεν θα κάνω πίσω στην πρώτη δυσκολία εγώ…!»
­­«Δεν γίνεται… Δεν αντέχω άλλο… Ό,τι και να σου λέω, εσύ είσαι στον κόσμο σου! Όπου και να πάμε γινόμαστε ρεζίλι και μας κοροϊδεύει ο κόσμος… Ακόμα και στο Σούπερ Μάρκετ, στη Λαϊκή…»
­­«Πότε γίναμε ρεζίλι στη λαϊκή?»
­­«Την άλλη φορά που σε είχα στείλει να αγοράσεις 3 Καρότα και εσύ γύρισες με ένα σακουλάκι προφυλακτικά!»
­­«Ε, το είχα γράψει Greeklish και Κεφαλαία, ρε μάνα… Τι φταίω?»
­­«Μα δεν είναι δυνατόν….Τι σκεφτόσουν…?»
­­«Χα! Γαμάνε τα ΚΑΡΟΤΑ!!!!»
­­«Μη μιλάς έτσι μπροστά μου!»
­­«Ha…! The carrots Make Love!”
­­ «Είπα ΜΗ μιλάς έτσι μπροστά μου!»
­­«Μα αφού δεν ξέρεις αγγλικά ρε μάνα!»
­­«Αυτά τα ξέρω!»
­­«Α, ναι? Και πως είναι η «Αλτρουιστική Αλληλεγγύη» στα αγγλικά?»
-­«Ε, αυτό δεν το ξέρω…»
­­«Ναι, αλλά τα ΚΑΡΟΤΑ που πηδιούνται τα Ήξερες! Χα! Πονηρούλα μάνα! Μ’ αρέσεις!»
­­«Σταμάτα πια με τα καρότα που πηδιούνται!»
­­«Γιατί εγώ τα πηδάω? Σε εκείνα πες τα….»
­­«Παιδί μου… Σε παρακαλώ, κάντο για εμένα… Έλα να βρούμε έναν γιατρό ειδικό να πάμε, να σε εξετάσει, να δει τι μπορούμε να κάνουμε. Να κάτσεις κι εσύ να δεις τι σου φταίει…»
­­«Τι μου φταίει…?»
­­«Αυτό σου λέω… Τι σου Φταίει?»
­­«Ε, τι μου φταίει?»
­­«Ε που να ξέρω εγώ γιέ μου, εσένα σου φταίει!»
­­«Πρέπει να κάνω μιαν Αρχή, να βρω Τι Μου Φταίει! Πρέπει να κάνω ΣεΦταίει! Χα! Το ‘πιασες το χιούμορ μου μάνα?»
­­«Δεν είναι ώρα για αστεία τώρα! Πόσες φορές θα στο πω? Έχεις ΠΡΟΒΛΗΜΑ, παιδί μου…!
Είσαι Χασίκλας!»
­­«Τι είμαι…?»
­­«Χασίκλας!!!»
­­«Ε, όχι ρε μάνα! Τρείς φορές που έκλασα, δεν Έχασα καμία! Τις σνίφαρα Ολόκληρες!»
­­«Χασικλής, παιδί μου! Είσαι πρεζάκι! Έχεις πάρει τον Κατήφορο! Πάρε μιαν Απόφαση, πριν να είναι πολύ αργά….»
­­«Ωραία…. Άντε επειδή δεν θέλω να στεναχωριέσαι, ρε μάνα…»
­­«Έτσι παιδί μου…»
­­«Το ΑΠΟΦΑΣΙΣΑ μάνα!»
­­«Μπράβο γιόκα μου…!!!»
­­«Ομελέτα θέλω! Πάει και τελείωσε! Αυτό Αποφάσισα!»
­­«Μα…Δεν είναι δυνατόν…! Η Βλακεία σου Αυγατίζει!!!»
­­«ΟΧΙ ΑΥΓΑ είπαμε, ρε μάνα! Δεν τα θέλω τα αυγά! Τα έβγαλε η Κότα από τον κώλο της και Σιχαίνομαι! Δεν ανέχομαι να γίνομαι το πειραματόζωο της κάθε ξεκωλιάρας! Να τα βάλει πάλι μέσα!!!»
­­«Ηρέμησε παιδί μου…»
­­«Μα, Τα Παίρνω, ρε μάνα!!!»
­­«Ποια παίρνεις, παιδί μου?»
­­«Τα τελευταία που πήρα ήταν 30 ευρώ από το παγκάρι της Εκκλησίας , μάνα!»
­­«Μα, 50 ευρώ μου είπες πριν, που μου ανέφερες ότι σου έβαλε χέρι ο παπα­Νεκτάριος.»
­­«Ναι… 30 ευρώ που πήρα από το παγκάρι και 20 ευρώ που μου έδωσε για να τον αφήσω να μου βάλει χέρι, μας κάνουν 50 ευρώ συνολικά!»
­­«Σε πασπάτεψε ο παπα­Νεκτάριος?!»
­­«Ε, κάτι έπιασε…»
­­«Και σου έδωσε 20 ευρώ?!»
­­«Ναι… 40 του ζήτησα, αλλά μου έκανε παζάρια…»
­­«Κι εσύ, βρε Σιχαμένε, τον άφησες?!»
­­«Ε, όχι βέβαια, ρε μάνα!»
­­«Μπράβο το παιδί μου…!»
­­«Μόλις τον είδα να παίρνει αέρα, του είπα « ̈Η 20 ευρώ, ή Τίποτα!»…»
­­«Όχι αν τον άφησες να παζαρεύει, αν τον άφησες να πασπατεύει εννοούσα!»
­­«Γιατί, εμένα πασπάτευε?»
­­«Ποιόν πασπάτευε?»
­­«Ξέρω κι εγώ? Εγώ τα 20 ευρώ πήρα, καθαρά για Λογιστικούς λόγους! Επίσης με Αριθμομαγική Δεξιοτεχνία, κατάφερα στο τέλος να του πάρω 60 ευρώ!»
­­«Μα, 50 μου είπες πριν…»
­­«Ναι, του χρέωσα και 10 ευρώ το Βιτάμ!»
­­«Ποιο Βιτάμ?»
­­«Ε, του αγόρασα ένα Βιτάμ να πασπαλίσει! 90 χρονών άνθρωπος είναι, τι «Πασπαλίσει», τι «Πασπατέψει»… τα ίδια του ακούγονται!»
­­«Δεν βγάζω άκρη με εσένα, παιδί μου… Δεν γίνεται έτσι… Σε παρακαλώ, Συγκεντρώσου!»
­­«Μάνα… Συγκεντρώθηκα!!!»
­­«Μπράβο το παιδί μου…»
­­«Μάνα…»
­­«Τι?»
­­«ΠΑΡΑσυγκεντρώθηκα!!! Είμαι σε Νιρβάνα! Αισθάνομαι Μέντιουμ!!!»
­­«Τι σου συμβαίνει παιδί μου? Έχεις παραισθήσεις? Τι βλέπεις?»
­­«Βλέπω ένα Κρεβάτι… Ένα κρεβάτι κι ένα «Μ» από πάνω του… Σημαδιακό θα είναι…»
­­«Τι Σημαδιακό, ρε βλαμμένο, που έχεις χαζέψει στη βιτρίνα της Media Strom απέναντι!!!»
­­«Είδα κι ένα «Σ» όμως….»
­­«Τελικό…?»
­­«Όχι, λογικά πρέπει να θέλει κανα 10λεπτάκι για να λήξει ακόμα…»
­­«ΔΕΝ αντέχω άλλο… Με τα καμώματά σου με έχεις Μπαφιάσει!»
­­«Και γκρινιάζεις, ρε μάνα? Τσάμπα Τζούρα…! Εγώ αυτές τις κυνηγάω να ξέρεις…»
­­«ΤΕΡΜΑ! ΩΣ ΕΔΩ ΗΤΑΝ! Ή αλλάζεις, ή εγώ δεν σε υποστηρίζω άλλο! Θα σε αφήσω στο δρόμο να κοιμάσαι έξω!»
­­«Αμέ! Κάτσε να φτιάξει λίγο ο καιρός και ΟΚ! Έχω ένα φίλο ψιλολαμπραντόρ που το κάνει
συνέχεια και μου έχει πει ότι έχει χαβαλέ! Και να σου πω ρε μάνα… Αυτός εδώ ο Κοτλέ Λουκουμάς, τι είναι?»
­­«Τουλούμπα είναι παιδί μου…»
­­«Α, οκ, λες να τον πειράζει να τον φάω?»
­­«Ποιόν?»
­­«Τον Λούμπα! Έχω μια υπογλυκαιμία…»
­­«Δουλειά να πας να βρείς! Να ξεκολλήσει το μυαλό σου! Καλά, εσύ ο ίδιος δεν το βλέπεις ότι ΔΕΝ δουλεύει σωστά? Ότι μπερδεύεις την Πραγματικότητα?»
­­«Εγώ, ρε μάνα? Εγώ τα έχω 400!»
­­«Ναι, αλλά όταν τα αγόρασες ήταν 5000! Είσαι 4600 μείον!»
­­«Γκρίνια πάλι…ωχου…»
­­«Τι θα κάνεις άμα φύγω, ε, μου λες?»
­­«Για καμιά ομελέτα να κάνω το κόβω… Αυγά­ το συνεννοηθήκαμε­ ΔΕΝ τρώω…»
­­«Άμα πεθάνω εννοώ!»
­­«Γιατί να πεθάνεις, ρε μάνα? Δεν την φτιάχνω ΤΟΣΟ χάλια πια την ομελέτα…»
­­«Μα τι λες?»
­­«Ε, δεν «λέω» και πολλά… Προχθές την έπεσα σε μια γκόμενα Άσχημη, Χοντρή, Στραβοχυμένη, Αγάμητη, Στριμμένη και Τρίβυζη και έφαγα Χυλόπιτα να φανταστείς…. Και την είχε και άψητη η Ανεπρόκοπη….»
­­«Τι είναι αυτά που λες σε εμένα εννοώ!»
­­«Ε τι σου λέω, ρε μάνα…! Τόσην ώρα προσπαθώ να σου πω να μου φτιάξεις μια τηγανιά
πατάτες κι εσύ τίποτα…»
­­«Μα, Ομελέτα μου ζητάς τόσην ώρα…»
­­«Ναι, ε?»
­«Ναι!»
­­«Και μου έφτιαξες?»
­­«Όχι…!»
­­«Ωραία, δεν κουράστηκες και τσάμπα! Φτιάξε εκεί μια τηγανιά πατάτες και είμαστε ΟΚ!»