ΛΥποθήκες…

–“Γιατρέ μου, είμαι Χάλια…”
–“Το βλέπω…! Πάλι καλά που είμαι εδώ Μόνο για να σας εξετάσω και Όχι για να σας ζητήσω να πάμε για ποτάκι και μετά να σας πηδήξω Ανελέητα…”
–“Δεν εννοώ Εμφανισιακά χάλια…!”
–“Και να Μην το εννοείτε, με τέτοια σκατόφατσα, ίσως μια γρήγορη πίπα μονάχα κι αυτό Μόνο αν φορέσετε αυτήν εδώ τη Σακούλα στο κεφάλι…”
–“ΆΡΡΩΣΤΟΣ είμαι…!!”
–“Εντάξει… Μην το λέτε και “Αρρώστια”…. Κι άλλοι Λατρεύουν το Πέος… Η γυναίκα μου, για παράδειγμα, έχει τρομερή έφεση στις πεοπεριπέτειες…”
–“Άρρωστη…?”
–“ΠΟΥΤΑΝΑ!!!”
–“Μα σε τί έχει αυτό να κάνει με την δική μου περίπτωση…?”
–“Τίποτα… μια απλή παρατήρησις κοινών συμπτωμάτων ήταν…. Γδυθείτε, Κύριέ μου…!”
–“Αμέσως Γιατρέ μου…!”
–“ΠΟΥΤΑΝΑΚΙ!!!”
–“Παρδόν..?”
–“Έτσι, αμέσως…? Χωρίς καν να μου κάνεις ένα Νάζι, ένα “Μη καλέ , από εκεί ΜΟΝΟ εξερχόμενα…..” και τέτοια…?”
–“Μα…. δεν θα με εξετάσετε..?”
–“Ναι, σιγά μην σας κάνω και Εγχείρηση για Μια Σακουλάτη Πίπα!!! Τι τζαμπατζής που είσθε, Κύριέ μου…”
–“Μα…ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ!!! Είσθε Γιατρός!!! Πρέπει να με βοηθήσετε!! Έχω 3 ημέρες ακατάσχετη Διάρροια…!!!”
–“Ω, το ΣΙΧΑΜΑ!!!”
–“Μα….μα… Υποδείξτε μου κάτι…..!!!”
–“ΝΑ, από εκεί είναι η τουαλέτα του Οφθαλμίατρου, που τον έχω Άχτι τον Πούστη…!”
–“Μα…η Διάρροιά μου….”
–“ΜΗΝ με πλησιάζεις Κέικ-Της-Χρυσόμυγας…!!!”
–“Δώστε μου κάτι έστω… είμαι Απελπισμένος…”
–“Μην αγχώνεστε…. Ορίστε! Πάρτε αυτήν την αλοιφή και να την βάζετε στους μηρούς σας….”
–“Μα, αυτή είναι Αλοιφή για Μούδιασμα…”
–“Φυσικά! “Άμα δεν μουδιάσεις μπούτι, Χέσιμο ΔΕΝ φχαριστήθηκες…!” Έτσι έλεγε ο παπούς μου ξέρετε….”
–“Έμπειρος…?”
–“Σκατόγερος….”

Όσο βαραίνεις τα τσιγάρα, παραμυθιάζεσαι πως ο Πυκνός καπνός τους θα αντέξει να σε κρύψει από πίσω του, μα οι Καπνοί πετάνε μακριά κι εσύ έχεις μια Κάφτρα μονάχα.Γκρινιάρα γιατί από τη στιγμή που την άναψες, ξέρει πως θα την ανασάνεις και θα πεθάνει στο τέλος του τσιγάρου. Οι μόνες φωτιές που καίνε για πάντα, δεν έχουν φλόγες. Δεν σβήνουν μοναχές τους. Δεν τις αγγίζει ο αέρας γιατί τις φοβάται που θα καίνε ακόμα κι όταν ο ίδιος κοπάσει. Σε ξεγυμνώνουν οι καπνοί μόλις χαθούνε προς τα επάνω, κάθε εκπνοή σ΄αφήνει όλο και πιο εκτεθειμένο, μα δεν υπάρχουν Μάτια γύρω για να σε δουν. ίσως σε χλεύαζαν, ίσως ζητούσαν λίγους από τους καπνούς σου, μα δεν θα το μάθεις ποτέ.
Όσο βαραίνεις τα παραμύθια σου, γίνεται η κάθε σκέψη σου φωνακλού μεγάλη. Παιχνιδιάρα στην αρχή, μα μετά θα σου γκρινιάζει που πρέπει να ξυπνήσεις. Που τα παραμύθια θα ήταν Αλήθεια αν δεν βάραιναν τα μάτια μας όταν τα λέμε κι αναγκαστικά τους γατζώσαμε ένα “Τέλος” κάπου για να κάνουν Ησυχία. Που να τρέχεις τώρα Μια φορά σε Έναν καιρό, καλά καλά δεν φτάνουν τα βήματά σου να κουβαλήσουν την Αρχή τους. Κι ας περνάς τον καιρό σου Μονάχα μια φορά-Κάθε Φορά.

–“Γιατρέ μου, ΜΗ…!!!”
–“Ηρεμήστε, Κύριέ μου και αφήστε εμέν και το Νοσοκόμο να σας βάλουμε το κλύσμα Επιτέλους…!!!”
–“Μα, εσείς δεν μου βάζετε το κλύσμα… Το Νοσοκόμο μου βάζετε…!!!”
–“Ε, τι να κάνουμε… Περικοπές! Είναι ο ΜΟΝΟΣ Γεμάτος που έχουμε…”
–“Μα….είναι Δίκαιο αυτό….?”
–“Καθόλου….αλλά τι να τον κάνουμε κι αυτόν…? Είναι βλέπετε Χλιμίτζουρας Μεγάλος και δεν του κάθεται γυναίκα ποτέ…”
–“Για τον Κώλο μου λέω…!!!”
–“Ω…! Έτσι Θολωμένος που είναι ο Νοσοκόμος μας , δε νομίζω να καταλάβει τη διαφορά… όπως σας προείπα είναι Χλιμίτζουρας Μεγάλος…..”
–“ΑΥΤΟ ΕΧΕΤΕ ΝΑ ΠΕΙΤΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΣΘΕΝΗ ΣΑΣ ΛΟΙΠΟΝ…?”
–“όχι μόνο…. Απ΄ό,τι βλέπω, ο Ασθενής μου έχει και Κωλάρα!!! Πράγμα που θα εκτιμήσει δεόντως ο Νοσοκόμος μας ο οποίος- δεν ξέρω αν σας το τόνισα- είναι Χλιμίτζουρας Μεγάλος….”
–“Μα…..μα…..”
–“Ηρεμήστε και ΑΦΗΣΤΕ μας να κάνουμε το Τσέκ Άπ…!”
–“Μα, ο Νοσοκόμος σας είναι με το Πουλί Στο Χέρι…!”
–“Ω..! Ναι…! Είναι ένα Ενδελεχές ΠουΤσέκ Άπ!”
–“Απαράδεκτοι!!!!! Που είναι ο Όρκος σας στον Ιπποκράτη?”
–“Μα…κι ο Νοσοκόμος μας τον Ιπποκρατεί, δεν σας αντιλαμβάνομαι ομολογώ…
–“ΔΕΝ γράφεται έτσι!!!”
–“Γιατρός είμαι, Κύριέ μου και τα γράμματά μου ΜΟΝΟ φαρμακοποιός μπορεί να τα αποκρυπτογραφήσει! Ορίστε μας, γίναμε όλοι Καλλιγράφοι τώρα… Και ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, πάρτε Βαθιά Ανάσα!!!”
–“Θα ΣΠΡΩΞΕΙ ο Νοσοκόμος?!”
–“Μόλις Έκλασα…”
–“Είστε Άθλιος!!”
–“Ε…Υπερβολές… Έπρεπε να μυρίζατε την πρωινή μου…”
–“Τουλάχιστον, παρά την ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΗ τακτική σας, πείτε μου ΤΙ ΕΧΩ…?”
–“Έχετε απίστευτο Κωλαράκι και την Ευγενή καλοσύνη να δώσετε στο Νοσοκόμο μας ένα Διαρκές Χαμόγελο…”
–“ΙΑΤΡΙΚΩΣ ΕΝΝΟΩ…! Απο τι Πάσχω…?”
–“Ω..! Χριστός Ωνέστη!”
–“Παρδόν…?”
–“Ε, τι είπατε ανορθόγραφα και είπα να μην σας στεναχωρήσω…”
–“Όχι “Πάσχα”…. “Πάσχω”!!!”
–“Τι πράγμα…?”
–“Απί ΤΙ “Πάσχω”…?”
–“Ωληθώς ο Κύριος…..!!!”

Ένα Διαόλι μέσα σου Χορεύει και Φωνάζει. Μπορεί να προσπάθησες εσύ να το κρατήσεις Μουγγό, μα κατάφερες απλά να μην πάρει ποτέ τη δική σου τη φωνή. Έχει τη δική του και Ουρλιάζει. Έχει τον δικό του Χορό και σου κόβονται τα πόδια όταν τον Ευχαριστιέται. Έχει τις δικες του Χαρές και τρεκλίζεις όταν χοροπηδά μαζί τους. Έχει τα δικά του Παιχνίδια μα δεν αντέχεις τους Κανόνες τους και μένεις πάντα απ΄’εξω.
Ένα Διαόλι μέσα σου, γουστάρει το Κελί που το παράχωσες, επειδή η Φυλακή η Πραγματική είναι Έξω από αυτό. Τα σίδερα που το κρατούν μέσα, είναι τα σίδερα που σε φυλάκισαν για πάντα να το προσέχεις.Να το φοβάσαι, μην τυχόν το σκάσει και μείνεις Μόνος από τα Μουγγλα του τα λόγια, από τα Μακρινά του παιχνίδια. Κι όσο του σβήνεις τα φώτα μπας και ησυχάσει και το ξεχάσεις, γράφει Στίχους στη γλώσσα τη δική του και σ΄εκδικείται που δεν έκατσες ποτέ σου να την μάθεις. Που έμαθες να διαβάζεις, μα δεν ξέρεις καθόλου να γράφεις. Που έμαθες να Κοιτάς και όχι να Βλέπεις. Που ξύπνησες, αλλά δεν έφυγες από τον Ύπνο ποτέ. Κλέβει λέξεις δικές σου και τις γράφει γελώντας στα τεράστια χαρτιά του, να μην μπορέσεις ποτέ σου να τις διαβάσεις. Κάνει τα λόγια σου Ξένα για εσένα και Φίλους για εκείνο. Ένα Διαόλι μέσα σου σε νικά σ΄ένα παιχνίδι που το’χες φτιαγμένο από πριν για να χάσει.
Το ακούς που γελά παρέα με ένα Αστείο δικό σου όταν αποφάσισαν – επιτέλους- να γελάσουν χώρια σου. Δροσίζεται από την υγρασία που πέταξαν οι τοίχοι του κελιού του, μα εσένα σε κτυπάει στα κόκαλα και διπλώνεσαι να φαίνεσαι Μικρότερος, μπας και ο πόνος ο Τυφλός δικαιώσει το όνομά του και δεν σε δεί. Διάολε που στολίστηκες με τις Φωτιές σου, ποια χέρια να σε ακουμπήσουν χωρίς να τα κάψεις? Διαολε που πασαλείφτηκες με αμαρτίες ξένες για να έχεις άρωμα άλλο από το δικό σου, ποιος αέρας στο παίρνει μακριά και ντρέπεσαι μην σε καταλάβουν? Μικρέ Διάολε που σε φοβούνται Όλοι μονάχα από το όνομά σου, πόσο τους σιχάθηκες που σε έδιωξαν μακριά μην τυχόν τους καθρεφτίσεις?

Ένα μικρό Διαόλι μέσα σου δεν έχει όνομα.

Δεν το θέλει κι ας το χρειάζεσαι εσύ.

Κάθε φορά που θα γράφεις γι αυτό, όλοι θα το ξέρουν, όλοι θα το βλέπουν κι εσύ από μια γωνιά θα προσπαθείς και πάλι να το κάνεις δικό σου.
Σε νίκησε σε ένα παιχνίδι που το ΄χες φτιάξει επίτηδες για να Χάσει.
Κι αν τυχόν το φτάσεις, θα ξεμακρύνει και πάλι μαζί με τις μικρές ξεχασμένες σου βραδιές που έψαχναν Ημέρα για να έχεις να τις Θυμάσαι.